Οι δύο ορφανές- Αδόλφος Ντεννερύ


Αδόλφος Ντεννερύ

Οι δύο ορφανές

Μια μεγάλη πορεία μέσα στο χρόνο

Από την Τζωρτζίνα Κακουδάκη/ θεατρολόγο

Το μελόδραμα

Το θεατρικό είδος που επηρεάζει σε τεράστιο βαθμό και ουσιαστικά αλλάζει τη διάρθρωση του δραματολογίου το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είναι αναμφίβολα το μελόδραμα ή μυθιστορηματικό δράμα όπως επικράτησε στην Ελλάδα. Το μελόδραμα κάνει την εμφάνισή του στην ευρωπαϊκή σκηνή την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα, ως η γαλλική εκδοχή της ιταλικής όπερας. Το είδος γνώρισε μεγάλη διάδοση, κατέκτησε το λαϊκό κοινό και ολόκληρη την ευρωπαϊκή αγορά του θεάματος, καθιστώντας τους αντίστοιχους επαγγελματικούς θιάσους σημαντικούς παράγοντες, σε οικονομικό και αισθητικό επίπεδο, για την συνολική εδραίωση της λαϊκής κουλτούρας στην πολιτιστική καθημερινότητα της εποχής.
Στο ξεκίνημά του το μελόδραμα δανείσθηκε- εξαιτίας της απαγόρευσης στα λαϊκά σχήματα να ανεβάζουν «νόμιμα» έργα- πολλά από τα στοιχεία άλλων λαϊκών θεαμάτων, όπως μπαλάντες, προφορικές παραδόσεις και μυθιστορήματα και μορφοποιήθηκε ως «ανάμικτο» θέαμα. Σε όλη του την πορεία, όμως, διατήρησε τα αρχικά συστατικά του: μέλος και δράμα· ώστε πάντα να φλερτάρει με μουσικές φόρμες λαϊκής έκφρασης όπως η οπερέτα , η όπερα ή, αργότερα το βωντβίλ και το μπουλβάρ. Έτσι οι θιασάρχες και οι συγγραφείς του μελοδράματος, που αναπτύχθηκε κυρίως στην Αγγλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, προσέφεραν στο κοινό πλούσια και πολυμορφικά θεάματα και μια σειρά από στερεοτυπικά μελοδραματικά θέματα που σύντομα έγιναν απόλυτα αναγνωρίσιμα από το κοινό. Τα πρόσωπα του μελοδράματος και οι συγκρούσεις τους, αναπαριστάνονταν με απλό τρόπο, σε άσπρο και μαύρο, γιατί και ο συγγραφέας έδινε προτεραιότητα στην υπόθεση, όπως διαμορφώνεται από την αντιπαράθεση των στερεότυπων χαρακτήρων, και όχι από την ψυχολογική ανάπτυξη των ηρώων ως αυτοτελείς οντότητες.

Τα χαρακτηριστικά

Όπως και στην ευρωπαϊκή έτσι και στην ελληνική θεατρική πρακτική, το είδος του μελοδράματος διακρίνεται από πάμπολλες παραλλαγές, ανάλογες με τις διαφορετικές πηγές από τις οποίες αντλούν οι συγγραφείς τα θέματά τους. Οι ρίζες απλώνονται στο αστικό- οικογενειακό δράμα του 18ου αιώνα, τα προρομαντικά και ρομαντικά δράματα, τα περιπετειώδη αναγνώσματα, το «μυθιστόρημα μυστηρίου» και άλλα. Τα κοινά χαρακτηριστικά και τα σταθερά σημεία όμως ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του λαϊκού κοινού. Για να πετύχουν το στόχο τα έργα πρέπει να έχουν συναρπαστική πλοκή, δράση και περιπέτεια. Απότομες μεταστροφές της τύχης, απαγωγές, δραπετεύσεις, εξαφανίσεις, απίθανες συμπτώσεις και η διατήρηση, ως το τέλος, της αγωνίας για την έκβαση, συνήθως συνοδευόμενη με ένα ηθικό δίδαγμα. Περιστατικά με έντονη συγκινησιακή φόρτιση, μία συνεχής διαλεκτική μεταξύ πάθους και δράσης και στιγμές κορύφωσης που προκαλούν τα δάκρυα των θεατών. Ο Βάλτερ Πούχνερ συμπληρώνει την τάση για «…γραφικότητα, περιέργεια, λαογραφία, εντόπιο «εξωτισμό» και φολκλορισμό που εναλλάσσονται με ρεαλιστικές περιγραφές, νατουραλιστικές εικόνες της καθημερινής ζωής, κοινωνιοκρατική διάθεση, λαϊκά επαγγέλματα και εργατιά στη σκηνή».
Ακριβώς επειδή το μελόδραμα κινείται σε «κοινοτυπίες» και αρχέτυπα αναδείχτηκε σε ένα από τα πιο ευέλικτα είδη με πολιτική και ιδεολογική δυναμική: τα συναισθήματα του κοινού διεγείρονται άμεσα προς όφελος της πιο ευπαθούς κατηγορίας ήρωα, ο οποίος σιωπηλά υπομένει τα παθήματα που προκαλούνται περισσότερο από την κοινωνική αδικία, πάντα προσωποποιημένη και συγκεντρωμένη στην συμπεριφορά του εκάστοτε «κακού χαρακτήρα του έργου, και λιγότερο από τη μοίρα. Σε μερικά έργα φαίνονται καθαρά οι ταξικές εντάσεις και οι πολιτικές ρίζες των κοινωνικών προβλημάτων, παρόλο που σύντομα λύνονται, και μάλιστα με λύσεις που είναι προσωπικές αλλά ουδέποτε πολιτικές. Και βέβαια έπρεπε να τιμωρούνται οι κακοί και να θριαμβεύει η αρετή. Την ύπαρξη κοινωνικής ευθύνης και πολιτικής λύση θα αναπτύξουν αργότερα συγγραφείς όπως ο Μπέρτολντ Μπρεχτ και ο Μπέρναρντ Σω, χρησιμοποιώντας τις υποθέσεις παλαιών μελοδραμάτων αλλά όχι την εύκολη λογική του καλού και του κακού.

Ο Αδόλφος Ντεννερύ

Στο δρόμο που χάραξαν οι πατέρες του γαλλικού μελοδράματος, ο Κοτσεμπούε και ο Πιξερεκούρ, βάδισαν γρήγορα δεκάδες δραματογράφοι σε όλη την Ευρώπη, μέχρι να καταλήξει το λαϊκό αυτό θέαμα στο αστικό «καλογραμμένο»έργο, που στοίχειωσε αργότερα το δυτικό θέατρο με τον Ευγένιο Σκρίμπ. Μέσα στη μεγάλη και ποικιλόμορφη αυτή αλυσίδα, εμφανίζεται και ο Αδόλφος Φίλιππος Ντεννερύ , ή dEnnery όπως υπέγραφε πολλές φορές τα έργα του. Ο γαλλοεβραίος συγγραφέας, γεννήθηκε το 1811 και έζησε στο Παρίσι ως το θάνατό του το 1899. Υπάλληλος σε συμβολαιογραφείο και δημοσιογράφος αργότερα άρχισε από νωρίς να γράφει θεατρικά σκετσάκια για λαϊκά θεάματα. Ανέβασε το πρώτο του δραματικό έργο με τίτλο Εμιλύ στα 20 του χρόνια. Έγραψε πάνω από 210 μελοδράματα και κωμωδίες, με κύριο συνεργάτη τον Α. Bourgeois, γνωστοί στη Γαλλία του 19ου αιώνα ως «οι πρίγκιπες της λαϊκής κωμωδίας» αλλά και σε συνεργασία με την αφρόκρεμα των «λαϊκών» δραματογράφων[1]. Έκανε για το θέατρο δεκάδες διασκευές κλασσικών έργων, έγραψε λιμπρέτα και αρκετά μυθιστορήματα.
Αι δύο ορφαναί
Αι δύο ορφαναί, ένα έργο που περιγράφει την σκληρή δοκιμασία των δύο αθώων ηρωίδων με απλοϊκό και δακρύβρεχτο συναισθηματισμό, που έγραψε ο Ντεννερύ σε συνεργασία με τον E. Cormon, ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της θεατρικής του καριέρας. Ανέβηκε στο Παρίσι το 1874 και αμέσως στη Γερμανία αλλά και στην Αμερική όπου έτυχε θερμότατης υποδοχής όπως αποδεικνύουν οι πάμπολλες θεατρικές παραγωγές του έργου με αξιομνημόνευτες τις παραστάσεις στο Μπρόντγουεΐ στο Union Square Theatre, το 1874 και 1875, στο New Amsterdam Theatre το 1904 και στο Cosmopolitan Theatre το 1926 και σε σειρά περιοδευόντων θιάσων μέχρι τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αυτή η «διπλή και ενδιαφέρουσα οδύσσεια δύο νεανίδων», κέντρισε το ενδιαφέρον πολλών κινηματογραφικών σκηνοθετών Μέσα από τα νατουραλιστικά σκηνικά demimonde, του υποκόσμου δηλαδή της Γαλλικής επανάστασης, όπου τοποθετείται η δράση του έργου και την εικονοπλασία της περιπετειώδους και δυστυχούς ζωής απόρων νεανίδων, θέμα «γαργαλιστικό» για το αντρικό κοινό και αυτοβιογραφικό για πολύ από το γυναικείο, ο κινηματογράφος δημιουργεί έναν ολόκληρο κώδικα μέσα στον οποίο οι Δύο Ορφανές πρωτοστατούν. Δεκάδες κινηματογραφικές εκδοχές, με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο παρελαύνουν από τους αμερικάνικους και ευρωπαϊκούς λαϊκούς κινηματογράφους στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Από το 1910 ως το 1915 γίνονται τρεις ταινίες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην τελευταία, πρωταγωνιστεί η απόλυτη ντίβα της εποχής, Θέντα Μπάρα. Αποκορύφωμα το μελό του B. W. Griffith Orfans of the Storm (Ορφανά στη θύελλα) το 1921, με τις αδελφές Λίλιαν και Ντόροθυ Γκις. Μια ταινία σταθμός για την αμερικάνικη εκδοχή του κινηματογραφικού μελοδράματος, που προάγει το θέμα της όμορφης αθωότητας, σχεδόν σαδιστικά ταλαιπωρημένης, που δεν αμφισβητείται ποτέ αλλά καταπίνει το φαρμάκια της μοντέρνας κοινωνίας, και όχι μόνο δεν καταναλώνεται αλλά υπερνικάει. Στον κινηματογράφο το μελόδραμα αξιοποιεί σε έσχατο βαθμό τη δράση, ως τότε αλυσοδεμένη στο θεατρικό σανίδι και δημιουργεί μια άλλη χρονική πυκνότητα. Η δολιοφθορά ενός ευρύτερου κοινωνικού ή πολιτικού περιβάλλοντος καταδεικνύεται πια ως ντοκουμέντο, λειτουργώντας μέσα από την απόσταση και την λεπτομέρεια της κάμερας, ως συναισθηματικός καταλύτης. Το μελόδραμα βρίσκεται πια στο φόρτε του. Το ανάκτορο και ο υπόνομος δεν είναι πια μια «εν αφελεία» σχεδιασμένη σκηνική λεπτομέρεια, μια ιδέα. Είναι μια κινηματογραφική πραγματικότητα. Η απόσταση των τάξεων, της αδικίας, του καλού και του κακού «εικονοποιείται».
Οι ορφανές στην Ελλάδα
Στη γενικότερη εξάπλωση του Γαλλικού «ελαφρού» ρεπερτορίου συμβάλλουν σημαντικά οι αλλεπάλληλες επισκέψεις γαλλικών θιάσων στην Αθήνα, που ο Ξενόπουλος φτάνει να την χαρακτηρίσει «επαρχία της Γαλλίας». Οι παραστάσεις μελοδραμάτων, ελληνικών και ξένων, καλύπτουν το 50% του ρεπερτορίου, ιδιαίτερα κατά τις περιοδείες των θιάσων στο εξωτερικό και την επαρχία. Η πρόσληψη των έργων του Ντεννερύ υπήρξε θερμότατη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1870 ως τις αρχές του 19ου αιώνα, πάμπολλα πρωτότυπα έργα του καθώς και διασκευές μυθιστορημάτων του Ντεννερύ παίζονται στην Ελληνική σκηνή[2].
Τον Αύγουστο του 1879, σε μια περίοδο που τα υπαίθρια Αθηναϊκά θέατρα είναι στις δόξες τους, ανεβαίνει στο θέατρο «Απόλλων» το έργο Αι δύο ορφαναί, μια «λαϊκή περιπετειώδης τραγωδία», σε μετάφραση Δ. Π. Λάμπρου (εκδόθηκε το 1891 και το 1903 από τις εκδόσεις Φέξη) από το θίασο «Μένανδρο» του Δ. Ταβουλάρη, με πρωταγωνίστριες την Σοφία Ταβουλάρη και την «πολύκλαυστον» Στέλλα Συλιβάκου, στο ρόλο της Λουίζας για την οποία «μεταφράστηκε το έργο». Στο ρόλο της Φροσάρ η Ελένη Κοτοπούλη που, σύμφωνα με τον Νικόλαο Λάσκαρη, τον μεγάλο μελετητή του ελαφρού θεάτρου του 19ου αιώνα, «πολλαί και πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούσιν, δεν κατόρθωσαν να φθάσωσιν ούτε μέχρι των ξύλινων παπουτσιών της». Η επιτυχία του έργου είναι πρωτοφανής και, όπως σημειώνει ο τύπος της εποχής, στο πρώτο αυτό ανέβασμα συμπλήρωσε τον αριθμό- σπάνιο για την εποχή- 20 παραστάσεων συνεχόμενα. Από το 1887 ως το 1899 παίζεται τόσο από τον «Μένανδρο» όσο και από το Δ. Αλεξιάδη, τον «Ευριπίδη» του Μ. Αρνιωτάκη, την Αικ. Βερώνη στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Όπως σημειώνει ο Δ. Σπάθης «…έμελλε να μείνει στην ιστορία ως το δημοφιλέστερο, το μακροβιότερο και κατά κάποιο τρόπο το εμβληματικότερον στο είδος του έργο, ίσως επειδή συνδυάζει στις σωστές δόσεις όλα τα συστατικά, χάρη στα οποία το μελόδραμα μαγνήτιζε το λαϊκό ακροατήριο: απίθανη περιπέτεια, απαγωγή, σκληρή δοκιμασία δύο αθώων κριτσιών, της Ενριέτας και της Λουίζας, αγωνία για τη σωτηρία τους, εμπόδια και εμπλοκές, έντονη συγκινησιακή φόρτιση, με επίκεντρο κυρίως την τύχη της Λουίζας.»
Η τρομερή επιτυχία του έργου και στον 20ο αιώνα αποδεικνύεται από τις πάνω από 55 παραστάσεις του έργου και τους θιάσους και τους πρωταγωνιστές που το έπαιξαν. Δημήτρης Κοτοπούλης, Παρασκευοπούλου, θίασος «Αριστοφάνης», Κωνσταντίνος Βεντούρας και Θωμάς Οικονόμου, Ελένη Χαλκούση, Αιμίλιος Βεάκης, Γιώργος Κουκούλης, Αθανασία Μουστάκα, Ευτύχιος Βονασέρας, Εδμόνδος Φυρστ και Ροζαλία Νίκα, Μήτσος Μυράτ, Χριστόφορος Νέζερ, Θεοδωρίδη- Γαβριηλίδης- Μουσούρης, Καίτη Χαντά, Χρήστος Γεωργιάδης, Ηλίας Φιλίππου, Μαρίκα Κοτοπούλη και Θωμάς Οικονόμου, Μαίρη Αρώνη είναι μερικοί από την ατελείωτη λίστα. Σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τα δεκάδες μπουλούκια που οικειοποιήθηκαν το έργο σε εκατοντάδες πιάτσες της ελληνικής επαρχίας για να προσφέρουν μαζικά μία δίωρη φυγή από την καθημερινότητα.

ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ

Στην Ελλάδα, η μαζική μόδα του μελοδράματος, μετατοπίζεται, με την ανάλογη καθυστέρηση πρόσληψης της τέχνης στην Ελλάδα, στον κινηματογράφο της δεκαετίας του ’50, δημιουργώντας μέσα από τις ιδιότητες του είδους, «της συγκίνησης ή της αγωνίας του θεατή με φτηνά διεγερτικά μέσα», όπως συμπυκνώνει ο Αλέξης Σολομός, το ελληνικό μελό. Οι δύο, ή και περισσότερες, ορφανές, ως παρίες μιας σύγχρονης κοινωνίας, είναι πλέον μοτίβα για τον κινηματογράφο, παρίες μια σύγχρονης κοινωνίας και αφομοιώνονται πλήρως μέσα στην κινηματογραφική γλώσσα ως εγγενή στοιχεία του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Και έτσι αυτή «η περίεργα μοντέρνα φόρμα, υψηλής συναισθηματικής φόρτισης και ακραιφνούς ηθικής σύγκρουσης που δεν είναι ούτε τραγική ούτε κωμική, μια φόρμα που εκφράζει το δράμα της καθημερινότητας», όπως σημειώνει ο Πήτερ Μπρούκς, ανακυκλώνεται ξανά και ξανά μέσα στην τέχνη για να γίνει τελικά και παρωδία. Μια τέτοια παρωδία, σε σκηνοθεσία και διασκευή του Τάκη Χρυσικάκου, παρουσιάζεται από τον θίασο του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών το 1992, σε έναν καθ΄ ολοκληρίαν αντρικό θίασο.
Τώρα, στην αυγή ενός ακόμα καινούργιου αιώνα, 100 χρόνια μετά την πολυτελή- για την εποχή- έκδοση του Φέξη του έργου Αι δύο Ορφαναί, το μελόδραμα αφορά ακόμα το θέατρο, με την ελπίδα ότι θα ξαναβρεθεί η μαγική φλέβα του αυθεντικού λαϊκού θεάματος, αυτήν τη φορά μέσα από τους δρόμους της έντεχνης καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Πηγές: Σπάθης, Δημήτρης, «Μελόδραμα» στο Θέατρο, Κινηματογράφος, Μουσική Χορός, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Εκδοτική Αθηνών,1999, Αθήνα ● Πατσαλίδης, Σάββας –Νικολοπούλου Αναστασία Μελόδραμα, Ειδολογικοί και Ιδεολογικοί Μετασχηματισμοί, University Studio Press, 2001, Θεσσαλονίκη ● DEnnery, Αι δύο ορφαναί, δράμα εις πράξεις και εικόνες οκτώ, μτφ. Δ.Π.Λάμπρου, εισαγωγή Ν. Λάσκαρης , Θεατρική Βιβλιοθήκη Αθ.Φέξη., 1903, Αθήνα ● Πούχνερ, Βάλτερ, Η πρόσληψη της Γαλλικής Δραματουργίας στο Νεοελληνικό Θέατρο (17ος -20ος αιώνας), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1999, Αθήνα ● Αλλαρντάις, Νικόλ, Παγκόσμια Ιστορία θεάτρου, τόμος 3, εκδ. Σμυρνιώτη, χχ, Αθήναwww.ibdb.comwww.niulib.niu.eduwww.imdb.comThomas Elsaesser, «Tales of Sound and Fury: Observations on the Family Melodrama», Christine Gledhill (ed.), Home is Where the Heart is, BFI, 1988) ● Kakoudaki, Despina, «Spectacles of history: Race Relations, Melodrama and Science Fiction Disaster films», Camera Obscura, τεύχος 50, 2002, USA ● Williams, Linda, Playing the race, Melodrama of black and white from Uncle Tom to O.J. Simpson, Princeton UP, 2001● Brooks, Peter, The melodramatic imagination, Yale UP, 1995, U.S.. ● ΒασιλάκουΣταματοπούλου, Χρυσόθεμις, Το ελληνικό Θέατρο στην Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα, τόμος Ακαι Β’, Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών, 1996, ΑθήναΑρχείο Θεατρικού Μουσείου (κα. Άννα Μαυρολέων)


[1] Όπως οι Cormon, Dumanoir, Mallian, Grange, Plouvier, Brésil, Foucher, Clairville, Cremieux κτλ.
[2] Δον Καίσαρ του Βαζάν, Μαρία Ιωάννα ή Η οικογένεια του οινοπότου ή Τα αποτελέσματα της μέθης, Ο περιπλανώμενος Ιουδαίος, Ο κυρ Κρομμύδας, Άρτεμις ή Έγκλημα εν Υπνοβασία, Λαυρεντία, Ο τυφλός και κυφός, Ο ταχυδακτυλουργός, Γάσπαρος ο σουμαδοπώλης, Μάρθα και Μαρία, Η πενθερά, Ο χωρικός Σαμπλού, Ζερμαίν, Ο λοχίας Ρενώ ή Η διάσημος δίκη, Χαίρε Μαρία, Επαίτις, Ο αμαξηλάτης των Άλπεων, Ο φοβερός Φυσέκης, Ο Λαγαρδέας ή Η συνωμοσία, Έπαυλις Πονταλέκ, Οι ατρόμητοι Θαλασσινοί, Οι ιππόται της ομίχλης, Ροκαμβόλ, Μιχαήλ Στρογγώφ, Δεσμίς ίων, Ο γέρω- δεκανεύς, Το ναυάγιον, Τα απομνημονεύματα του Ρισχελιέως, Οι φυγάδες είναι μόνο μερικοί από τους τίτλους, όπως μεταφράστηκαν και παίχθηκαν από ελληνικούς θιάσους στην Ελλάδα, το Κάιρο, την Αλεξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στο Γαλάτσι της Ρουμανίας.
Με αφορμή την παράσταση Οι δύο ορφανές του Αδόλφου Ντεννερύ, Θέατρο Ανλυτή, 2003-04, σκηνοθεσία Πέτρος Ζούλιας